Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

               Pulp Release festival 2024

(ένα χρόνο μετά οι σκέψεις μπαίνουν σε μία τάξη)



    

Έχω ένα πρόβλημα στη μουσική, δεν προσέχω ιδιαίτερα τους στίχους, δεν το κάνω επίτηδες, το αντίθετο θα ήθελα να ξέρω τί λένε, απλά δεν ήμουν καλός στο listening (πόσο μάλλον στο dictee στο ωδείο) και δεν ήμουν ο τύπος που θα ακούει μουσική με το βιβλιαράκι του cd ή το εικονίδιο των στίχων του spotify. Θα ήθελα, απλά βαριέμαι, συνήθως ακούω μουσική κάνοντας κάτι άλλο.

Γι' αυτό μάλλον δεν έχω εκτιμήσει τους καλλιτέχνες που βασίζονται στο λόγο Βοb Dylan, Leonard Cohen, σχεδόν όλο το χιπ χοπ. Σέβομαι αλλά δεν αγαπώ, αν δεν έχεις διαβάσει τους στίχους του Hurricane πως να εκτιμήσεις το οκτάλεπτο μονότονο έπος.
Υπήρχαν όμως και συγκροτήματα όπου η δύναμη του στίχου υπήρχε και με τη μορφή “τσιτάτου” στον τίτλο ή σε 1-2 στίχους ή ακόμα το μήνυμα περνούσε μέσα από την εικόνα, το εξώφυλλο, τη σημειολογία. Παράδειγμα οι Clash, οι Smiths, οι Radiohead. Όλα τα παραπάνω πιστεύω πως τα αγάπησα όχι μόνο για τη μουσική.
Οι Pulp ήταν κάπου στη μέση: δεν ήταν ο στίχος στον οποίο βασίζονταν αλλά είχαν σίγουρα κάτι το σοφιστικέ, ένιωθες ότι ήθελαν κάτι να σου πουν πέρα από ένα ωραίο κουπλέ-ρεφρέν. Και εκεί κάπου πάντα ένιωθα ότι κάπου έχανα τη μισή ουσία τους, Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τις working class hero ιστορίες τους, και το common people μου πήρε καιρό να το αποκρυπτογραφήσω όλο.
Και τότε στα 46 σου, εκεί που πλέον πιστεύεις πως τίποτε δεν μπορεί να σε εκπλήξει από τον pop-rock στερέωμα και σίγουρα όχι από ένα συγκρότημα που το γνωρίζεις 30 χρόνια και έχει να βγάλει σουξέ 200 χρόνια που θα έλεγε και ο Χάρυ Κλυν, ένα live τα βάζει όλα στη θέση τους και να μπει στη λίστα με τα 4-5 καλύτερα live της ζωής μου. Δεν ήταν μόνο η νοσταλγία, δεν ήταν μόνο η μουσική, ήταν η αισθητική, η ατμόσφαιρα, τα σχόλια ανάμεσα στα τραγούδια και σίγουρα και το βιβλίο bad pop good pop που διάβασα στη συνέχεια και έβαλαν κάποια κομμάτια του παζλ σε τάξη. Aλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.
Τις μέρες πριν τη συναυλία οι προσδοκίες μου ήταν τριχοτομημένες και στα τρία γκρουπ που θα έπαιζαν. Περισσότερο έκανα ταχύρρυθμο φροντιστήριο στους Ride, ένα συγκρότημα μύθος, το οποίο όμως το έμαθα κυρίως από τα περιοδικά, αφού ήμουν πολύ μικρός για να αγοράσω τους δίσκους τους, και αυτοί πολύ underground για να τους ακούσω σε ραδιόφωνο ή club. Tους smile επίσης ήθελα να τους δω με ανυπομονησία, για δε τους Pulp δεν ήμουν σίγουρος για το τί θα δω, είχα ένα φόβο μήπως δω κάτι γερασμένο μουσικά που μου αποκαθηλώσει κάπως ένα μύθο της νιότης.
Οι Pulp δεν ήταν στα ένδοξα 90ς το αγαπημένο γκρουπ, ούτε καν το αγαπημένο μου britpop γκρουπ (οι Blur και οι Manics τους ξεπερνούσαν τότε). Για την ακρίβεια δεν είχα αγοράσει ποτέ δίσκο τους, ένας φίλος μου μόνο μου είχε αντιγράψει σε κασέτα το this is hardcore (σημείωση για νεότερους, η πρόσβαση μας τότε δεν ήταν αυτονόητη σε όλη τη μουσική παραγωγή, έπρεπε να βρεις χαρτζιλίκι για να αγοράσεις και οι επιλογές απεριόριστες). Ήταν όμως τεράστια η έκθεση μας όμως κυρίως στο different class εκείνη την εποχή. Μπορώ να ανακαλέσω στιγμές που να ακούω π.χ το Common people, το πρωί σε ραδιόφωνο στο μπαλκόνι ενώ περιμένω φίλους για να πάω το πρωί σχολείο ή το Something changed στο Rοck FM ενώ ψάχνω να παρκάρω στην Πολυτεχνειούπολη, μία από τις πρώτες μέρες που πήγα με αμάξι στη σχολή (ναι κάποτε υπήρξε ωραίος σταθμός). Τα τραγούδια που ακούς όταν είσαι χοντρικά 16-20 πιστεύω πως σε σημαδεύουν μία ζωή. Έτσι αν και τους pulp τους εγκατέλειψα μετά το 1999, με εξαίρεση το different class το οποίο (αντεγραμμένο και αυτό από τις πρώτες μέρες του γρήγορου ίντερνετ) μπαίνει συχνά στο ραδιο CD του αυτοκινήτου κυρίως σε ταξίδια, όταν ακουσω κάπου το Do you remember the first time ένοιωσα ένα σοκ νοσταλγίας και συγκίνησης.
Τους ride τελικά δεν τους πρόλαβα, όπως δεν τους πρόλαβα και στα 90ς, μόνο τις τελευταίες συγχορδίες του Seagull (νομίζω) να μας συνοδεύουν στην είσοδο μας στο συναυλιακό χώρο.
Οι Smile δεν κολλούσαν με το χώρο, δεν κολλούσαν με το κοινό (οι πιο πολλοί έλεγαν τα νέα τους κάποιοι τους είχαν γυρισμένη και πλάτη), εμείς είχαμε πολλά να πούμε με φίλους που είχαμε να δούμε καιρό, έτσι το live δεν του έδωσα τη σημασία που του έπρεπε. Το σίγουρο ήταν πως ο ανοικτός χώρος και η θερμοκρασία δεν ταίριαζε (μάλλινο σκούφο ρε Τhom;), όσο περνούσε η ώρα τόσο το συγκρότημα όσο και το κοινό άρχισε να “λύνετε”, αλλά σίγουρα η εμφάνιση ήταν κάπως χαμηλών τόνων. Εντωμεταξύ δεν έχω καταλήξει και για το καλλιτεχνικό εκτόπισμα των Smile. Οι Radiohead είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα στη μετά-Νιρβάνα εποχή, τα δύο live τους που έχω δει τα καλύτερα της ζωής μου, αλλά οι Smile μου φαίνονται ίσως υπερβολικά εγκεφαλικοί, σαν να λείπει μία κάθαρση που υπήρχε στην εποχή Kid A- Amnesiac που ηχητικά παραπέμπει η μουσική τους. Βέβαια όπως είπε και ένας φίλος: "Ζούμε σε μία δυστοπική εποχή και γράφουν ανάλογη μουσική".



Kαι βγήκαν οι Pulp. Ο Jarvis να κάνει τις μετρημένες αλλά άτσαλα-γοητευτικές κινήσεις του, να φοράει ένα βαρύ σακάκι και εμείς να απορούμε πώς αντέχει στον καύσωνα. Ένα μείγμα ατμόσφαιρας, ποπ show και performance σε σωστές αναλογίες. Και ναι αυτό που βλέπαμε έχει γραφτεί 30 χρόνια πίσω, ναι οι Pulp δεν ηχογραφούν πια αλλά δεν μοιάζουν cover band του εαυτού τους. Η φωνή η σκηνική παρουσία είναι εκεί, τα τραγούδια το ίδιο, το set είναι greatest hits αλλά υπάρχουν και άγνωστα διαμάντια όπως το weeds από το τελευταίο άλμπουμ που δεν πήρα χαμπάρι καλά καλά πότε βγήκε ή το bad cover version. Για μένα όμως οι κορυφαίες στιγμές ήταν το εναρκτήριο Ι spy και το This is hardcore που με κέρδισαν με την κινηματογραφική τους αισθητική. Και αν κάποιο μου φάνηκε αδύναμο ήταν το (αγαπημένο μου) Something changed ίσως γιατί τους έλειπαν τα έγχορδα ίσως και το sunrise που δεν μου αρέσει σαν τραγούδι. Η γυναίκα μου τον βρήκε γερασμένο και μου θύμισε το live των Radio Birdman όπου βλέπαμε γέρους με κοιλιές και γυαλιά πρεσβυωπίας να πανκάρουν (εμένα και αυτοί μου είχαν φανεί αξιοπρεπέστατοι). Εμένα το γεγονός πως έχει μεγαλώσει, όμως δεν με πείραξε καθόλου. Ίσως γιατί η βάση της μουσικής τους δεν ήταν ποτέ η σωματικότητα, το sexiness. Δεν είναι το ίδιο να βλέπεις ένα 60άρη pop-disco-crooner όπως ο Jarvis και να βλέπεις τη Μadonna, τον Iggy Pop ή τον Jagger μουσικούς που βασίζουν τη σκηνική τους παρουσία στο λίκνισμα και τη σαγήνη, η οποία όπως και να το κάνουμε από κάποια ηλικία και πάνω καταντάει γραφικότητα.
Συνήθως αφού δω ένα συγκρότημα ζωντανά μετά υπάρχει μία περίοδος που σταματάω να το ακούω, σαν να έχει κλείσει ένα κύκλος, κάποια σταματάω να ακούω γενικά. Συνέβει με τους Echo and the bunnymen, με τους Depeche mode, με τους Οjos de Brujo σαν να κλείνει ένας κύκλος με τα live. Με τους Pulp δεν συνέβη αυτό, το αντίθετο μάλιστα. Για μήνες μετά τη συναυλία εξακολουθούσα και εξακολουθώ να ακούω Pulp (για κάποιο λόγο ιδιαίτερα το Razzmatazz) να επαναξιολογώ τους δίσκους τους, τη σχέση μου με τη μουσική, αλλά και με τη ζωή στα mid 90ς. Είναι σαν οι Pulp να σηματοδοτούν και να ενσαρκώνουν αυτό το ας πούμε 90ς revival (κάποιος άλλος θα μπορούσε να το πει mid-life crisis) που ξεκίνησε για μένα μέσα στην πανδημία, αλλά απ' ότι βλέπω γύρω μου δεν είμαι ο μόνος.
Άντε με το καλό και στους Suede (οι Oasis και τυχόν Supergrass πιστεύω θα είναι τραγέλαφος).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Massive attack-Protection Τότε:   A ν και τους ήξερα και τους παρακολουθούσα από τότε που εμφανίστηκαν με το Unfinished Sympathy και με είχε γοητεύσει ο ήχος του Bristol, αν και αρχικά στην εκδοχή των Portishead περισσότερο, δισκογραφικά τους γνώρισα με καθυστέρηση όταν έβγαλαν το Mezzanine και άρχισα να ακούω και τους τρεις δίσκους τους μανιωδώς. Πάντα στο δίλημμα βέβαια για τον καλύτερο δίσκο τους, τότε θα απαντούσα Mezzanine, μάλλον ο σκοτεινό ήχος τους ταίριαζε στη μεταεφηβεία μου.   Βαθμολογία   9/10 Τώρα Τον ξανάκουσα προσεκτικά και ολοκληρωμένα μετά από χρόνια. To trip hop και όλα τα παρακλάδια του από Dj Shadow, μέχρι Βιενέζικη dub μου φαίνονται πια κάπως βαρετά και ξεπερασμένα. Και όμως ακούγοντας το Protection ξανά αν και κάποια κομμάτια φαίνονται κάπως χιλιοακουσμένα ή στα όρια του elevator music ( για το Karma coma και το Heamiser ο λόγος αντίστοιχα) τελικά η μαγεία υπάρχει ακόμα. Ο βασικός λόγος πέρα από τους σπουδαίους guest ερμηνευτές (με κορυφαία...
  Εισαγωγή Γεννήθηκα το 1978. Το 1991 αγόρασα τον πρώτο μου δίσκο, το Nevermind (αντιγραμμένες κασέτες metal του μεγάλου ξαδέλφου και ο MC Hammer που μου πήρε δώρο η μητέρα μου δεν μετράνε). Σε όλο τα χρόνια του Γυμνάσιου κατέβαινα με τα πόδια στην άλλη άκρη του δήμου μου σε ένα δισκάδικο (νομίζω το έλεγαν Minstrel) για να χαθώ στις στοίβες με τα βινύλια και να αγοράσω το δίσκο του μήνα. Όλον τον υπόλοιπο μήνα σκεφτόμουν την αγορά του επόμενου. Κάθε φορά που κατέβαινα στα Εξάρχεια στον οδοντίατρο, περίμενα να περάσουμε από το Μινιόν για να τσιμπήσω και από εκεί κανά δίσκο (για κάποιο λόγο παλιοροκιές κυρίως, ίσως το μέρος να πήγαινε στα 70s νοερά). Μετά στο Λύκειο οι πρώτες κάθοδοι μόνος στο Κέντρο με διάφορες αφορμές συνδυαζόνταν πάντα με εφόδους (στο πάνω Μ etropolis που ήταν τότε τα CD πριν κατέβουν στα Χαυτεία και πάρουν τη θέση των βινυλίων, και στο Happening). Όταν βγήκαν οι βαθμοί των Πανελληνίων και είδα πως περνάω Αθήνα, ο πατέρας μου είπε πως μπορεί να με πάει όπο...